ἀσφοδελοί

ἀσφόδελος
asphodel
masc/fem nom/voc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀσφόδελοι — ἀσφόδελος asphodel masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασφόδελος — Φυτό ποώδες, πολυετές, κονδυλόρριζο· ανήκει στην οικογένεια των λειλιιδών και απαντάται στα δάση της βόρειας Ελλάδας. Η επιστημονική ονομασία του είναι α. ο κλαδώτης. Λέγεται επίσης και ασφόντυλος. Φέρει όλα τα φύλλα στη βάση, γραμμικά, όμοια με… …   Dictionary of Greek

  • Μαλακάσης, Μιλτιάδης — (Μεσολόγγι 1869 – Αθήνα 1943). Ποιητής. Η οικογένειά του είχε λάβει ενεργό δράση στην Επανάσταση του 1821. Ο ίδιος έζησε τη μετεπαναστατική ατμόσφαιρα του Μεσολογγίου, την οποία αξιοποίησε αργότερα με έξοχο τρόπο σε μερικά ποιήματά του. Πολύ νέος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.